Από τον πρόλογο:Σπύρος Παπαγεωργίου - Καραμανλής και «φάκελος»
Από τον πρόλογο:
Με πολλή δυσκολία παίρνει κανείς την πένα, όταν είναι να γράψει για μορφές της Ιστορίας, όπως ο Ερνέστο Γκουεβάρα. Πώς να τολμήσεις να καταπιαστείς με τέτοιο εγχείρημα, έχοντας μπροστά σου έναν υπεράνθρωπο, ένα ανθρώπινο φαινόμενο, πού όσοι τον γνώρισαν ή ασχολήθηκαν με την προσωπικότητα του, μόνο σαν ημίθεο τον παρουσιάζουν.«Εν ονόματι τίνος μιλούμε»; Σε ό,τι με αφορά, θα έλεγα ότι μιλώ εν ονόματί μου. Και δεν νομίζω ότι υπήρξε έστω και ένας άνθρωπος στην ιστορία που να μίλησε στο όνομα κάποιου άλλου από τον εαυτό του. Η πεποίθηση όμως αυτή, ότι μπορεί κανείς να μιλάει στο όνομα των άλλων, ή όλων, είναι η φενάκη η πιο διαδεδομένη ανάμεσα στους διανοούμενους και τους πολιτικούς.
Κορνήλιος Καστοριάδης,Bianco L.,Domenach,J.M.,Dumont R. - Υπάρχει σοσιαλιστικό μοντέλο ανάπτυξης;
“Κι η τέχνη πρέπει, σ’ αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων ν’ αποφασίσει. Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να είναι τυφλή, και µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα, και µπορεί να παραδώσει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφοντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους Βοηθώντας.
Όποιος σήµερα θέλει να πολεµήσει την ψευτιά και την αµάθεια και να γράφει την αλήθεια έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράφει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν, την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού, την τέχνη να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο, την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποχτήσει δύναµη, την πονηριά να τη διαδώσει ανάµεσα τους.” Bertolt Brecht
Τι σημαίνουν σήμερα για μας οι λέξεις «πολιτική» και «επανάσταση»; Ο Κορνήλιος Καστοριάδης για ν’ απαντήσει σ’ αυτό το πρόβλημα χρειάστηκε να παραμερίσει τις έτοιμες λύσεις, έπαψε να σέβεται τη λογική του δόγματος, έδωσε μια νέα διάσταση στην επαναστατική προοπτική, και όπως λέει ο ίδιος: «Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να μιλάει εν ονόματι της εργατικής τάξης, παρά μόνο η ίδια η εργατική τάξη. Όταν λοιπόν ένας πολιτικός μιλάει εν ονόματι της εργατικής τάξης, του έθνους κτλ. πρέπει να ξέρουμε πως είτε απατά είτε απατάται. Τρίτος όρος δεν υπάρχει».
«Η ιεραρχία, η κυριαρχία κι ο σεξισμός δεν εξαφανίζονται με το «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό», με μια «επαναστατική ηγεσία», μ’ ένα «εργατικό κράτος» και με μια «σχεδιασμένη οικονομία». Εκείνο που πρέπει να δημιουργήσουμε, για ν’ αντικαταστήσουμε την αστική κοινωνία, δεν είναι μόνο η αταξική κοινωνία που οραματίστηκε ο σοσιαλισμός, αλλά και η μη καταπιεστική ουτοπία που οραματίστηκε ο αναρχισμός». Μάρεη Μπούκτσιν
Την εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης, ο Τόμας Μάλθους διατύπωσε «τον νόμο του πληθυσμού» σύμφωνα με τον οποίο η παραγωγή τροφίμων αυξάνεται με αριθμητική πρόοδο, ενώ ο πληθυσμός με γεωμετρική. Για να διατηρηθεί η ισορροπία, θεωρούσε επιτακτικό τον έλεγχο και τον περιορισμό του πληθυσμού- δηλαδή έλεγε ουσιαστικά ότι ήταν ευπρόσδεκτες οι επιδημίες και οι καταστροφές…
Στο βιβλίο αυτό ο Μπούκτσιν ανασκευάζει αυτόν τον μύθο, κάτω από τις διάφορες ιδεολογικές του μεταμφιέσεις - μαλθουσιανισμός, νεομαλθουσιανισμός, κοινωνικός δαρβινισμός, φασισμός, «οικολογία του βάθους» κ.λ.π. - καταρρίπτοντας μεθοδικά και αμείλικτα τη φαινομενική λογική του και αποκαλύπτοντας αυτό που κρύβεται πίσω: τη ριζική απανθρωπιά του κεφαλαίου και τη μοίρα που αυτό επιβάλλει στους φτωχούς.
Γράφει: « …κανείς δεν μπορεί να μιλάει πια για «πληθυσμιακό πρόβλημα», δίχως να το συσχετίσει με το ταξικό και το κοινωνικό πρόβλημα. Θα χρειαζόταν να γραφούν τόμοι ολόκληροι για να ξεμπερδευτούν τα μπερδεμένα νήματα που συνδέουν την πείνα με τις μορφές γαιοκτησίας, την υλική βελτίωση με τη φθίνουσα πληθυσμιακή αύξηση, την τεχνολογία με την παραγωγή τροφίμων, τους εμφύλιους πολέμους και το ρόλο της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με τις μεθόδους καλλιέργειας της γης… Οι άνθρωποι δεν μπορεί να υποβιβάζονται από τον νεομαλθουσιανισμό σε απλά ψηφία, δίχως, τουλάχιστον, να αντικατασταθεί ο οφειλόμενος σεβασμός προς τη ζωή από μια νέα απάνθρωπη μορφή οικοκτηνωδίας».
Θεώρησα καλό να το ανεβάσω γιατί σε αυτό βρίσκονται θεσμοθετημένοι οι κανόνες και οι λειτουργίες του ελληνικού κράτους, τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και οι ελευθερίες κάθε Έλληνα πολίτη. Καλό είναι λοιπόν να είμαστε ενημερωμένοι.
Στο προφητικό αυτό κείμενο, ο Τσόμσκι, διάσημος γλωσσολόγος και επικριτής της αμερικάνικης πολιτικής αναλύει με τον γνωστό οξυδερκή τρόπο του το ιστορικό υπόβαθρο και τις παραμέτρους οι οποίες γέννησαν την Νέα Παγκόσμια Τάξη, το φρικτότερο σύστημα ελέγχου και κυριαρχίας που γνώρισε ποτέ η Ιστορία. Επιπλέον, σφυροκοπά ανηλεώς τους “ηθικοπλαστικούς” μύθους με τους οποίους προσπαθούν να την ωραιοποιήσουν η Ιερή Συμμαχία της Οικονομίας της Αγοράς και ο Αμερικανός πάτρωνάς της, αποκαλύπτοντας ταυτοχρόνως την οργουελιανή πραγματικότητα την οποία ετοιμάζουν για μας οι βιαστές των ονείρων μας.
Το βιβλίο ουσιαστικά παρουσιάζει τη διάλεξη που δόθηκε στις 30 Ιανουαρίου του 1991 στο κολέγιο Μπέιτς, στο Λέβιστον του Μέιν, για να εκδοθεί, εν συνεχεία, υπό μορφή μπροσούρας από τις εκδόσεις Open Magazine. Στα ελληνικά εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1995.
Οταν ο Γκυ Ντεμπόρ αυτοκτόνησε το 1994, χτυπημένος από μια ανίατη ασθένεια, οι φίλοι και οπαδοί του στην Αθήνα τού απέδωσαν τις τελευταίες τιμές με έναν προσφιλή, στον ίδιο, κώδικα: οι τοίχοι στο κέντρο της πόλης γέμισαν συντροφικούς αποχαιρετισμούς, γεμάτους τρυφερότητα.
Λετριστής, ιδρυτής της Καταστασιακής Διεθνούς, κινηματογραφιστής, θεωρητικός, εκδότης περιοδικών ζύμωσης, εξ επιλογής πλάνης ανά την Ευρώπη, ο Ντεμπόρ υπήρξε ένας ζωντανός θρύλος της επανάστασης πολύ πριν από την εκούσια αποχώρησή του από τη ζωή. Πρόσωπο μυθικό για περισσότερες από μία γενιές αριστερών στην Ευρώπη, ο Ντεμπόρ σφράγισε με τη ζωή και το έργο του, που κατά τρόπο μοναδικό όσο και αξιοθαύμαστο ταυτίστηκαν, τη σκέψη και τη δράση της νεολαίας.
Βαθιά καλλιεργημένος, με στέρεη ιστορική συνείδηση, οπαδός του Εγελου, του Μαρξ αλλά και του Μποντλέρ και του Λοτρεαμόν, φιλοπαίγμων και μέγας αιρετικός, αλλά και εξαιρετικά διορατικός, στα Σχόλια στην Κοινωνία του θεάματος σκιαγραφεί με εντυπωσιακή διαύγεια τα κύρια χαρακτηριστικά της εκσυγχρονισμένης θεαματικής εξουσίας: αδιάκοπη τεχνολογική ανανέωση, κρατικοοικονομική συγχώνευση, γενικευμένο μυστικό, ψεύτικο που δεν επιδέχεται αντίρρηση και οικοδόμηση ενός διαρκούς παρόντος. Την τελευταία πενταετία το ενδιαφέρον για το πρόσωπό του έχει αναζωπυρωθεί. Βιογραφίες, ρετροσπεκτίβες, ιστοσελίδες αναβιώνουν τη θεωρία και τη δράση του - ως αντίδοτο ίσως στα κακά που ο ίδιος με τόση ακρίβεια προέβλεψε.
Τον Νοέμβριο του 1967 εκδίδεται το θρυλικό «Κοινωνία του Θεάματος». Λίγους μήνες αργότερα, το Παρίσι αναταράσσεται. Ο Debord συμμετέχει ενεργά στον ξεσηκωμό. Πλέον, η “Καταστασιακή Διεθνής” και η «Κοινωνία του Θεάματος» αναγνωρίζονται ως κάποια από τα βασικά φυτίλια στα οποία άναψε η φωτιά του Μάη του ‘68.
«Λουτρό αίματος — bloodbath — είναι όρος οικείος στους Αμερικανούς. Χρησιμοποιείται κοινά για την περιγραφή πράξεων βίας και τρόμου — περασμένων, σύγχρονων και μελλοντικών — εναντίον των αμάχων πληθυσμών, όταν αποδίδονται στον εχθρό και στην περίπτωση που η νίκη δεν είναι με το μέρος μας. Κατά την επίσημη π.χ. εκδοχή της βιετναμικής ιστορίας, εμείς μόνο και ο γενναιότατος σύμμαχος μας της Σαϊγκόν ορθωθήκαμε ανάμεσα στα δέκα επτά εκατομμύρια των Νοτιοβιετναμέζων και στο λουτρό αίματος που δήθεν θα προκαλούσαν οι βαρβαρικές ορδές του Β. Βιετνάμ και ό βραχίονας τους στο Νότο, οι Βιετκόγκ. Η εντύπωση που μεταδίδουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης και το κοινό τους μέτρο είναι η εντύπωση ενός ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος, από την πλευρά των Αμερικανών ιθυνόντων, απέναντι στα θύματα της «βίας». Έκαναν το κοινό να πιστεύει πως η αμερικανική πολιτική στο Βιετνάμ επιβλήθηκε κατά κάποιο τρόπο από την προσφυγή στη βία και την απειλή ενός λουτρού αίματος — από την πλευρά των άλλων.» (Ν.Τ. από την εισαγωγή)
«Η απάντηση των αμερικανών ηγετών για τα λουτρά αίματος ήταν σε στενή σχέση με την φύση των θυμάτων και των δημίων και με τις πολιτικές συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από τη σφαγή και την τρομοκρατία. Στον Τρίτο Κόσμο, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες πήραν σταθερά θέση εναντίον κάθε επαναστατικής αλλαγής (revolutionary change) από την εποχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, προσπάθησαν να συγκρατήσουν τις μετααποικιακές κοινωνίες που βρίσκονταν στο δρόμο της άνεξαρτοποίησης μέσα στα όρια του «Ελεύθερου Κόσμου» χωρίς να λογαριάσουν την άνοδο των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που δρούσαν στις ίδιες αυτές χώρες. Αυτός ο συντηρητικός και αντεπαναστατικός αντικειμενικός σκοπός καθόρισε την κλίμακα της αιματοχυσίας και της αποδεκτής και μη αποδεκτής βίας. Με την προοπτική αυτή, οι σφαγές στο όνομα της επανάστασης είναι κακές και αποτελούν προσφυγή στή βία, προσφυγή που θεωρείται ακατάλληλη και χονδροειδής για επίτευξη μιας κοινωνικής αλλαγής. Τέτοιες σφαγές είναι το έργο «τρομοκρατών» — η ίδια η λέξη «βία» προορίζεται συνήθως για την χρήση της δύναμης, όταν χρησιμοποιείται από στοιχεία και κινήματα τα όποια δεν εγκρίνουμε. […]» Ν.Τ.
Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, που από έκθεση των αρχών μιας ριζοσπαστικής ομάδας, έγινε ένα από τα πλέον διαβασμένα και μεταφρασμένα κείμενα στον κόσμο, άργησε να φθάσει στην Ελλάδα.
Γράφτηκε από τους Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, από τα τέλη του 1847 μέχρι τις αρχές του 1848, κατ’ εντολή της Κομμουνιστικής Λίγκας για να αποτελέσει το πρόγραμμά της, ενώ δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 21 Φεβρουαρίου 1848, λίγες ημέρες πριν την Φεβρουαριανή Επανάσταση στο Παρίσι 24 Φεβρουαρίου 1848. Θεωρείται από τους ιδεολογικούς συνοδοιπόρους του ως ένα θεωρητικό κείμενο για την Καπιταλιστική και την Σοσιαλιστική κοινωνία, αλλά ταυτόχρονα και οδηγός για δράση, οδηγός για την προλεταριακή επανάσταση που θα ανατρέψει την κυριαρχία της Αστικής τάξης και θα εγκαθιδρύσει μιαν αταξική κοινωνία.
Tο Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ και Ένγκελς, που ήταν το πρώτο μαρξικό έργο που μεταφράσθηκε στα Ελληνικά, έκανε την εμφάνιση του στη γλώσσα μας μόλις το 1908. Δημοσιεύθηκε τότε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ο Εργάτης» του Βόλου και μόλις το 1913 ολόκληρο σε φυλλάδιο από το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας.
Ο τύπος λέγεται Michael Moore, είναι δημοσιογράφος (με την έννοια της λέξης που είχαμε καιρό να δούμε). Τον ξέρετε, το είδατε στα oscar να τα χώνει στον Bush, ισως είδατε και το καλοφτιαγμένο και βραβευμένο ντοκυμαντέρ του Bowling for Columbine.
Το βιβλίο είχε μεγάλη επιτυχία 2002 όταν έμεινε για 58 εβδομάδες στην λίστα μπεστ σέλερς των Νιου Γιορκ Τάιμς. Πρόκειται για είναι ένα απολαυστικό βιβλίο, και αναρωτιέμαι: αυτοι οι αμερικανοί θα αλλάξουν μέχρι τις εκλογές; Διαβάστε το και δεν θα το μετανιώσετε: Είτε θυμώσετε, είτε το πάρετε σοβαρά, είτε γελάσετε, θα βρείτε οτι τουλάχιστον ο τύπος έχει άποψη.